Αρχείο για Μαΐου, 2013

Πρίν καλά-καλά περάσουν οι νεοσύλλεκτοι εκπαιδευτικοί τη «βδομάδα προσαρμογής» στο νέο τους ρόλο, η κυβέρνηση προχωρά συστηματικά το σχέδιο του «βελούδινου γύψου» που σκοπεύει να τυλίξει το σύνολο της κοινωνίας και των κοινωνικών αντιστάσεων.
Με το πρόσχημα της ομαλής τουριστικής κίνησης και της ελεύθερης μετακίνησης πολιτών και πελατών, σκοπεύουν να απαγορεύσουν τις διαδηλώσεις -αρχικά- στο κέντρο της Αθήνας για να θεσμοθετήσουν στην ουσία διαδικασίες ολοκληρωτικής απαγόρευσης κάθε είδους κοινωνικής αντίδρασης. Στο σχέδιο αυτό η κυβέρνηση βρήκε πρόθυμους συνομιλητές τη θλιβερή ηγεσία των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ. Δέν καταλαβαίνουν άραγε ότι το επόμενο βήμα θα είναι ο ασφυκτικός περιορισμός μέχρι την ανοιχτή αμφισβήτηση του απεργιακού δικαιώματος;
Μετά την ουσιαστική κατάργηση του εργατικού δικαίου, σειρά είχε η «αποκαθήλωση» των δημοκρατικών δικαιωμάτων,  όπως τα γνωρίσαμε μετά την κατάρρευση της χούντας.

Μέσα στο ασφυκτικό περιβάλλον της φτώχειας, της ανεργίας και της εξαθλίωσης που έχουν καταδικάσει την πλειοψηφία της κοινωνίας οι πολιτικές της «δημοσιονομικής εξυγίανσης», των μνημονίων και της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, η κυβέρνηση και τα κόμματα που την στηρίζουν, έχουν την αυταπάτη ότι μπορούν να καταστείλουν, να απαγορεύσουν και να περιθωριοποιήσουν τις κοινωνικές αντιδράσεις.

Μπορούν να ψηφίσουν όσους νόμους και όσα προεδρικά διατάγματα υπαγορεύουν τα συμφέροντα που εξυπηρετούν.
Δέν μπορούν όμως να ψηφίσουν νόμους που να απαγορεύουν τη σκέψη και την ελεύθερη δράση των ανθρώπων που υποφέρουν, που υποχρεώνονται να ζουν με μισθούς πείνας, που ζουν απο  συσσίτια, που είναι άνεργοι, που βιώνουν συνθήκες κατάρρευσης των υπηρεσιών υγείας και πρόνοιας, που υποχρεώνονται να μεταναστεύσουν για να αναζητήσουν μία αξιοπρεπή ζωή.

Η κατάργηση δικαιωμάτων και ελευθεριών είναι προυπόθεση για την επιτυχία των στόχων και των επιδιώξεων του κεφαλαίου που φιλοδοξεί να φτιάξει μία κοινωνία φτηνών εργατών και μουγγών πολιτών.

Αυτό ακριβώς που επιδιώκει να επιβάλλει με τη δράση και την ιδεολογία της η ναζιστική συμμορία της χρυσής αυγής.

Eίναι καθήκον κάθε εργαζόμενου, νέου, άνεργου, συνταξιούχου και μισθωτού, να βάλει φραγμό σε κάθε προσπάθεια περιορισμού ή κατάργησης του δικαιώματος στη διαδήλωση και την απεργία.
Είναι ώρα να ζωντανέψουμε τους δρόμους και τις πλατείες, για να βάλουμε τέλος στον κατήφορο που παρασέρνουν την πλειοψηφία της κοινωνίας, για να μήν συναντήσουμε στο τέλος αυτής της διαδρομής μία κοινωνία βαρβαρότητας, εξαθλίωσης και γενικευμένης φτώχειας.

Μπορούμε να αντιστρέψουμε αυτή την πορεία.
Μπορεί, ένα μαχητικό μέτωπο υπεράσπισης εργατικών-δημοκρατικών δικαιωμάτων και ικανοποίησης των λαικών αναγκών να θέσει τους όρους για την αντικαπιταλιστική ανατροπή, για τη ριζική αλλαγή της ζοφερής για την πλειοψηφία της κοινωνίας πραγματικότητα

Πενήντα χρόνια πριν, το βράδυ της 22ας Μαΐου στη Θεσσαλονίκη, οι Γρηγόρης Λαμπράκης και Γιώργος Τσαρουχάς δέχονται δολοφονικό χτύπημα, βγαίνοντας από το κτίριο όπου είχαν απευθύνει πολιτική ομιλία για την ειρήνη. Ήταν τότε που η κυβέρνηση της ΕΡΕ του Κ. Καραμανλή με τις υποδείξεις και των Αμερικάνων απαγόρευε διαδηλώσεις, όπως εκείνη τη Μαραθώνια πορεία ειρήνης της 21ης Απριλίου 1963, που ο Λαμπράκης ξεκίνησε μόνος και συνελήφθη. Η επίθεση με τρίκυκλο και λοστούς υλοποιήθηκε από τους φασίστες και παρακρατικούς Κοτζαμάνη και Εμμανουηλίδη υπό την ασφυκτική παρουσία και την «επίβλεψη» της αστυνομίας. Τέσσερις ημέρες μετά ο Λαμπράκης άφησε την τελευταία πνοή του.

Είναι σήμερα που η τρικομματική χούντα συλλαμβάνει και ξυλοφορτώνει γυναίκες στις Σκουριές και καθηγητές σε σχολικά προαύλια. Είναι σήμερα που ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ, οι προστατευόμενοι της ΕΕ και του ΔΝΤ επιστρατεύουν τους υποψήφιους απεργούς καθηγητές πριν καν απεργήσουν και παρατάσσουν για μια ακόμη φορά τα ΜΑΤ μπροστά στους απεργούς της ΜΕΒΓΑΛ.  Είναι σήμερα, 50 χρόνια μετά, που οι εργαζόμενοι και η νεολαία ζουν όχι μόνο φτωχοί, μα υπό καθεστώς τρομοκρατίας και καταστολής.

Είναι σήμερα που οι φασίστες της Χρυσής Αυγής αλωνίζουν ως άλλοι Κοτζαμάνηδες. Αλωνίζουν  χτυπόντας μετανάστες, απειλώντας αγωνιστές, σπέρνωντας τον φόβο στον δημόσιο χώρο, χαιρετούν ναζιστικά μέσα στη Βουλή. Και υποδύεται το πολιτικό σύστημα το ρόλο της δημοκρατικής ευθιξίας, αυτού που τάχα προσβάλλεται από τις τραμπούκικες επιθέσεις. Είναι, ωστόσο, αυτό που τους ανέθρεψε. Είναι οι κυβερνήσεις και η εργοδοσία που κάθε άλλο παρά ενοχλούνται όταν ο Μιχαλολιάκος υποστηρίζει την παραμονή στο ευρώ και τις ιδιωτικοποιήσεις ή όταν στήνουν απεργοσπαστικούς μηχανισμούς όπως στη Χαλυβουργία Ελλάδος, όταν δηλαδή το παρακράτος ως δεξί χέρι του συστήματος στηρίζει τον ταξικό πυρήνα της πολιτικής βαρβαρότητας.

Όπως τότε έτσι και τώρα  «δημοκρατία δεν υπάρχει εις την Ελλάδα» – όπως έγραφε και το ύστατο τηλεγράφημα του Λαμπράκη, που συμπύκνωσε στο πρόσωπό του τον αγωνιζόμενο άνθρωπο. Όσο η πολιτική κρίση οξύνεται οι εκατοντάδες χιλιάδες θα κατακλύσουν ξανά τους δρόμους, ενάντια στη σημερινή χούντα και τα νέα «Παλάτια».

«Επεσε ο μέγας δρυς στη γης, σε μέγα αγώνα –
πουλιά και φύλλα στάθηκαν στον ουρανό
η Ελλάδα τον εκράτησε στα δυο της γόνα,
στο βαθυπόρφυρο του Μάη εσπερινό
κι ενώ από τους πόρους της η οργή της αίμα ιδρώνει,
τινάζεται όλη ανάμεσα στον άγιο λαό,
κι ολόρθη τον υψώνει, μεσιανό καδρόνι,
ψηλά, στο θόλο, στης Ειρήνης το ναό».
Γ. Ρίτσος

1. Τέσσερα χρόνια συμπληρώθηκαν από τη γέννηση του πιο ελπιδοφόρου εγχειρήματος στο χώρο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Γέννημα των μεγάλων λαϊκών και νεολαιίστικων αγώνων  όλων των τελευταίων χρόνων, του θερμού Δεκέμβρη του 2008 η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτέλεσε μια σημαντική πολιτική τομή. Οι μεγάλες μάχες που έδωσαν από κοινού οι οργανωμένες αλλά και ανένταχτες δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς συνέβαλαν στη συνειδητοποίηση της ανάγκης ενιαίας έκφρασης.   και στην άρνηση των μοναχικών δρόμων που υπονόμευαν τη δυνατότητα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς να παρεμβαίνει με μαζικούς όρους.

– Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο διάστημα αυτό συσπείρωσε χιλιάδες αγωνιστές σε όλη την Ελλάδα, ήταν παρούσα σε όλους τους κρίσιμους κοινωνικούς αγώνες, παρεμβαίνει σε εργασιακούς χώρους, σχολές και γειτονιές. Κατοχυρώθηκε ως ένας αναγνωρίσιμος τρίτος πόλος της Αριστεράς με αξιοσημείωτη πολιτική και συνδικαλιστική δράση. Κάθε συζήτηση για την αριστερά σήμερα, στην καθημερινή ζωή ή στην κεντρική πολιτική σκηνή, περιλαμβάνει την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ διεκδίκησε και διεκδικεί να ηγεμονεύσει η επαναστατική, αντικαπιταλιστική γραμμή μέσα στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, αποφεύγοντας και το ακολουθητισμό προς τη γραφειοκρατία και το ρεφορμισμό αλλά και τη λογική της διάσπασης και υπονόμευσης των αγώνων.

– Προχώρησε τον πολιτικό της λόγο, διατύπωσε το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα δίνοντας την δική της απάντηση για άμεσο πολιτικό αγώνα και την σχέση του με την στρατηγική της επαναστατικής αλλαγής και του σοσιαλισμού / κομμουνισμού διαφορετική από τον «ρεαλισμό» της διαχείρισης του καπιταλισμού και του εξοβελισμού των αντικαπιταλιστικών στόχων στην «λαϊκή εξουσία». Διαμόρφωσε στόχους πάλης που επηρέασαν καθοριστικά το κίνημα αλλά και όλη την αριστερά.

– Έδειξε ότι μπορεί να υπάρχει ένα μέτωπο της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς στο οποίο να συναντιούνται διαφορετικά ρεύματα και ιδεολογικές παραδόσεις και μέσα από το συντροφικό διάλογο και την ανοιχτή δημοκρατική συζήτηση να διαμορφώνονται ανώτερες συνθέσεις, μέσα από τη δοκιμασία των απόψεων στη βάσανο των μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών μαχών. Κάνοντας αποφασιστικά βήματα προς μια πραγματική δημοκρατική λειτουργία και ισότιμη συμμετοχή όλων των μελών του. Με αυτό τον τρόπο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρόλες τις αδυναμίες και τις καθυστερήσεις, διαλέγει έναν άλλο δρόμο και από πρακτικές όπως του ΣΥΡΙΖΑ όπου η επίφαση συμμετοχής απλώς επικυρώνει τις προειλημμένες αποφάσεις της ηγετικής ομάδας και από το ΚΚΕ που βαφτίζει «μέτωπο» το άθροισμα των ελεγχόμενων από αυτό μαζικών οργανώσεων.

2. Με την πρώτη Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έκανε σημαντικά βήματα μπροστά και στην οργανωτική λειτουργία και την δημοκρατική της συγκρότηση.

– Συγκροτήθηκαν περισσότερες τοπικές και κλαδικές επιτροπές πανελλαδικά. Πιο γειωμένες και με μεγαλύτερη παρέμβαση, συσπειρώνοντας σημαντικό αριθμό αγωνιστών.

– Αποφασίστηκε και προωθήθηκε  στην πράξη, αν και όχι ολοκληρωμένα, η απόφαση της 1ης Συνδιάσκεψης για ένα μέτωπο οργανωμένων και ανένταχτων αγωνιστών που βασίζεται στην δημοκρατική αρχή «ένα μέλος – μία ψήφος», με πλούτο απόψεων και συντροφική και δημιουργική σύνθεσή τους, κάνοντας έτσι ένα βήμα που άλλα μέτωπα με πολύ πιο μακρόχρονη λειτουργία δεν τόλμησαν ποτέ.

3. Το θετικό πρόσημο αυτής της διαδρομής όχι μόνο δεν πρέπει να κρύβει αδυναμίες, ανεπάρκειες και λάθη στη λειτουργία μας αλλά αντίθετα καθιστά πιο επιτακτική την αυτοκριτική συζήτηση και την πάλη για τη διόρθωση αυτών των προβλημάτων, καθώς η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτελεί για όλους μας προτεραιότητα, ένα εγχείρημα προοπτικής και όχι μια πρόσκαιρη εκλογική σύμπραξη ή σανίδα επιβίωσης.

α) Bασική αδυναμία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι η ανεπάρκεια και ασυνέχεια στην πολιτική της παρέμβαση, οι αδύναμοι πολιτικοί δεσμοί με τον κόσμο του κινήματος, την ίδια την εργατική τάξηΣημαντικά κενά στην έγκαιρη και εύστοχη δημόσια τοποθέτηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ελλιπής και συχνά καθυστερημένη παρέμβαση σε κρίσιμα πολιτικά γεγονότα. Ανεπαρκής και ασυνεχής λειτουργία των τοπικών και κλαδικών επιτροπών.
Μέσα από την αναβάθμιση της εξώστρεφης αυτοτελούς πολιτικής δράσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ εμπνέονται να συμμετέχουν πιο ενεργά τα μέλη της, κερδίζονται νέοι αγωνιστές, ερχόμαστε σε επαφή με τα πιο πρωτοπόρα και αγωνιζόμενα τμήματα των εργαζόμενων, μεταφέρονται τα δικά τους ερωτήματα και προβληματισμοί  στις γραμμές μας, πράγμα  που αποτελεί την  πιο βασική προϋπόθεση για μια «δημοκρατική ΑΝΤΑΡΣΥΑ των μελών». Οι πρωτοβουλίες και ο προσανατολισμός προς τα «έξω» καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό και το «μέσα», τον χαρακτήρα και τον τρόπο λειτουργίας του μετώπου. Μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ με χιλιάδες μέλη στις γραμμές της, ανοιχτή στα πρωτοπόρα κομμάτια του κινήματος, επιβάλει και μια διαφορετική συγκρότηση και λειτουργία στο εσωτερικό της.

Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται άλλωστε και από την διαφοροποιημένη εικόνα από την δράση των επιτροπών, που είναι το βασικό κύτταρο της λειτουργίας μας.
Τοπικές που πήραν πρωτοβουλίες και συνδέθηκαν με δράσεις στην περιοχή τους (για την στήριξη μιας απεργίας, μιας αντιφασιστικής – αντιρατσιστικής, μιας τοπικής πρωτοβουλίας για ελεύθερους χώρους, χαράτσια κλπ) είναι συνήθως και πιο συγκροτημένες, με τακτικές συνεδριάσεις και διαδικασίες, περισσότερα και πιο ενεργά μέλη κλπ. Αντίθετα όπου δεν υπήρχε τέτοια αντιμετώπιση, η εσωτερική λειτουργία των επιτροπών ατόνησε  σημαντικά.

β) Σημαντικές αδυναμίες υπάρχουν και στην συγκρότηση των κλαδικών επιτροπών. Ένας συνδυασμός των μεγάλων αντικειμενικών δυσκολιών που υπάρχουν κυρίως στους χώρους του ιδιωτικού τομέα, αλλά και υποκειμενικών πολιτικών αδυναμιών, όπως η «στενή συνδικαλιστική παρέμβαση», η αδυναμία να συνδυαστεί σωστά η δράση του πολιτικού μετώπου και των σχημάτων των χώρων, έχει οδηγήσει στο να μην σταθεροποιείται η πολιτικο-οργανωτική λειτουργία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ακόμα και σε περιπτώσεις που υπάρχουν πολύ ισχυρές δυνάμεις  ή να μην αναπτύσσεται σε νέες.
Η ανάπτυξη των κλαδικών επιτροπών είναι προτεραιότητα για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ γιατί  επαναστατικό εγχείρημα δεν υφίσταται χωρίς την αναγκαία πολιτική γείωση σε κλάδους και χώρους δουλειάς και την ενεργό συμμετοχή του σαν οργανωτής και πολιτικό νεύρο των ταξικών αγώνων.

3.         Παρά τα θετικά βήματα υπάρχουν ακόμα σημαντικά προβλήματα και περιθώρια βελτίωσης πάνω στο ζήτημα της δημοκρατικής συγκρότησης και λειτουργίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στην κατεύθυνση της  ΑΝΤΑΡΣΥΑ των μελώνΓια να λύνονται τα οργανωτικά προβλήματα, να «ενοποιείται» η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, να λύνονται προωθητικά οι πολιτικές διαφορές ανάμεσα στα πολιτικά ρεύματα και τις οργανώσεις που την συγκροτούν και να γίνονται διαρκώς βήματα από την αρχική αφετηρία του μετώπου «αθροίσματος» οργανώσεων και ανένταχτων αγωνιστών προς μια βαθύτερη ενότητα, στα πλαίσια της οποίας  αναπτύσσεται η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους και ανάμεσα στο οργανωμένο και το ανένταχτο δυναμικό της  απαιτείται η ενιαία δράση και σχεδιασμός, η αναβάθμιση των πρωτοβουλιών, του πολιτικού ρόλου και της λειτουργίας των επιτροπών, η εμβάθυνση μιας κουλτούρας διαλόγου και σύνθεσηςο σεβασμός της πλειοψηφίας και η άρνηση λογικών βέτο, η αναλογική εκπροσώπηση όλων των διαφορετικών απόψεων που μπορεί να εκφραστούν, η κατάκτηση μιας όσο το δυνατόν ενιαίας οργανωτικής δομής.

Αποτελεί πλούτο και δύναμη για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ τόσο η ύπαρξη όλων αυτών των οργανωμένων ρευμάτων κα συνιστωσών όσο και των ανένταχτων αγωνιστών της στον βαθμό βέβαια που  όλοι λειτουργούν έμπρακτα με συνθετικό και προωθητικό τρόπο. Θέλουμε ΑΝΤΑΡΣΥΑ «φιλόξενη» σε κάθε έναν αγωνιστή, με ιδιαίτερη προσπάθεια να εξασφαλίζεται η ισότιμη σχέση ενταγμένων ανένταχτων αγωνιστών. Να αποτελεί χώρο «συμβολής» και όχι «επιβεβαίωσης» της ιδιαίτερης πολιτικής γραμμής του καθενός, όπως συμβαίνει  ορισμένες φορές οδηγώντας σε παραλυτικούς οργανωτικούς διαγκωνισμούς, άγονες αντιπαραθέσεις και φθορά στο δυναμικό μας.

Έχουμε συνείδηση ότι τα προβλήματα στη λειτουργία των οργάνων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ από την  ΚΣΕ, το ΠΣΟ  μέχρι τις τοπικές και κλαδικές επιτροπές δεν είναι στενά οργανωτικού αλλά πολιτικού χαρακτήρα. Το «οργανωτικό» είναι σε κάθε περίπτωση πολιτικό ζήτημα. Χρειάζεται να συζητήσουμε πιο συστηματικά  και επί της ουσίας την συζήτηση για το πως πρέπει να δρα και να λειτουργεί ένα αντικαπιταλιστικό-επαναστατικό πολιτικό μέτωπο, όπως φιλοδοξούμε να γίνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ,  τις  διαφορετικές πολιτικές  αντιλήψεις που υπάρχουν, την συγκεκριμένη κατάστασή μας τα συγκεκριμένα βήματα για να την υπερβούμε.

4.         Απαιτείται διαρκής προσπάθεια αναβάθμισης του πολιτικού ρόλου των ΤΕ, με εφαρμογή των ήδη αποφασισμένων από την προηγούμενη συνδιάσκεψη μέτρων αλλά και άλλων όπως  παρακολούθηση των συνεδριάσεων και γενικότερα της λειτουργίας τους από την ΚΣΕ και των της ΚΣΕ από τις τοπικές, συζήτηση και τοποθέτηση πάνω στις αποφάσεις της ΚΣΕ, μεγαλύτερη δυνατότητα έκτακτων συνδιασκέψεων για σοβαρά ζητήματα, οριζόντια διασύνδεση ανάμεσα στις ΤΕ και ΚΕ με κατάλληλες μορφές ώστε να εξασφαλίζεται η  αλληλοενημέρωση και η ανταλλαγή εμπειρίας,

Επιπλέον στοιχείο της πολιτικής και οργανωτικής αναβάθμισης των Επιτροπών είναι η καλύτερη αντιστοίχιση των ΤΕ με τον χώρο τους καθώς-πολλές ΤΕ έχουν ακόμα την αρχική μορφή που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες λειτουργίας αλλά και παρέμβασης στις τοπικές κοινωνίες.  Στόχευσή μας είναι η συγκρότηση ΤΕ σε αντιστοιχία με τους καλλικρατικούς Δήμους.

5. Τα όργανα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να κάνουν βήματα ώστε να αποτελούν όργανα μιας όσο το δυνατόν πιο ενιαίας πολιτικής και «καθοδηγητικής» λειτουργίας, εμβάθυνσης, σύνθεσης, παραγωγής και υλοποίησης μιας μάχιμης πολιτικής γραμμής.

Ωστόσο η ΚΣΕ είχε σημαντικά προβλήματα στην συγκρότηση και λειτουργία της.  Απουσιάζει ο καταμερισμός των αρμοδιοτήτων. Η σύνδεση ΚΣΕ-τοπικών περνάει κυρίως μέσα από τον οργανωτικό ιστό των συνιστωσών χωρίς τα αναγκαία βήματα οικοδόμησης ενός ενιαίου οργανωτικού ιστού.  Αντίστροφα, η εμπειρία της δράσης των ΤΕ και οι απόψεις – προτάσεις Τ.Ε. και Κ.Ε. δεν συγκεντρώνονται και δεν αξιολογούνται από την ΚΣΕ. Έτσι η ΚΣΕ δεν απέφυγε σοβαρές γραφειοκρατικές πλευρές στην λειτουργία της.

– Η ΚΣΕ προσπάθησε να εκφράσει και να βαθύνει το «κεκτημένο» της πρώτης Συνδιάσκεψης. Με εξαντλητική, πολλές φορές, συζήτηση και με διάθεση σύνθεσης και προχωρήματος.
Ωστόσο δεν έλειψαν και σημαντικά προβλήματα στην συγκρότηση και λειτουργία της. Πολύωρες συνεδριάσεις, χωρίς πάντα πρακτικές καταλήξεις και χρεώσεις. Επιπλέον τα όργανα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ από «πάνω» την ΚΣΕ, μέχρι «κάτω» τα συντονιστικά των ΤΕ δεν είναι και δεν πρέπει να λειτουργούν σαν «διαπαραταξιακά» με τυχαία συμμετοχή ή συμμετοχή δια αντιπροσώπων, καταστάσεις που, στο βαθμό που υπάρχουν, εμποδίζουν την ύπαρξη  καταμερισμού,  αρμοδιοτήτων και προσωπική ανάληψη τομέων δουλειάς . Η σύνδεση ΚΣΕ-τοπικών χωρίς τα αναγκαία βήματα οικοδόμησης ενός ενιαίου οργανωτικού ιστού οδηγεί σε ελλιπή παρακολούθηση και σύνδεση με τις δράσεις, τις εμπειρίες, τις απόψεις και τις προτάσεις των τοπικών και κλαδικών επιτροπών σε πανελλαδικό επίπεδο. Με αυτό τον τρόπο η πολύτιμη εμπειρία των μελών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ούτε συγκεντρώνεται συλλογικά ούτε αξιολογείται

Χρειάζεται να ξεπεραστούν άμεσα αυτές οι αδυναμίες, η ΚΣΕ να μπορεί έγκαιρα, αιχμηρά και οργανωμένα να συμβάλει στην υλοποίηση των αποφάσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στην κατεύθυνση αυτή συμβάλλει και η πρόταση για αύξηση του αριθμού των μελών της ΚΣΕ σε 23 προκειμένου να αξιοποιηθούν περισσότεροι σύντροφοι και συντρόφισσες ανένταχτοι/ες.

– Η ΠΣΟ συγκλήθηκε μόνο κατά την περίοδο των εκλογών, τα μέλη της αξιοποιήθηκαν ελάχιστα.  Προτείνεται η πιο τακτική λειτουργία της, τουλάχιστον 3 φορές το χρόνο και έκτακτα όποτε απαιτείται, καταμερισμός αρμοδιοτήτων στο σύνολο των μελών της, βήματα που θα συμβάλουν στην καλύτερη λειτουργία και πανελλαδική συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

– Σε επίπεδο περιφέρειας συχνά προκύπτει ανάγκη συντονισμένης παρέμβασης και συνεργασίας ανάμεσα στις διάφορες τοπικές και κλαδικές επιτροπές. Γι αυτόν τον σκοπό οι επιτροπές με την συμβολή της ΚΣΕ και της ΠΣΕ μπορούν να προχωρήσουν σε περιφερειακές συσκέψεις και  δημιουργία περιφερειακών συντονιστικών επιτροπών, σύμφωνα με το καταστατικό

6. Οι αποφάσεις για το οργανωτικό της 1ης Συνδιάσκεψης είναι αφετηρία και βάση για να συνεχίσουμε.

– Υπάρχουν αποφάσεις που έχουν καθυστερήσει και χρειάζεται να προχωρήσουν άμεσα όπως η  συγκρότηση γραμματειών για το συνδικαλιστικό, αγροτικό, τοπική αυτοδιοίκηση κλπ, η αναβάθμιση του Γραφείου Τύπου και η καλύτερη σύνδεσή του με την ΚΣΕ, η δυνατότητα έκδοσης εφημερίδας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η οργάνωση κεντρικών πολιτικών εκδηλώσεων (φόρουμ, φεστιβάλ κλπ), τα άνοιγμα γραφείων κεντρικά και τοπικά.

7. Με βάση και την εμπειρία από την πρώτη Συνδιάσκεψη χρειάζεται να προσδιορίσουμε καλύτερα την έννοια του «μέλους» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Έτσι προτείνεται το σχετικό τμήμα του καταστατικού να προστεθεί το παρακάτω:
«Επειδή ακριβώς είμαστε ένα μέτωπο της αντικαπιταλιστικής – επαναστατικής αριστεράς επιδιώκουμε τα μέλη να στρατεύονται στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ με βάση τα παραπάνω κριτήρια και όχι ευκαιριακά. Είμαστε αντίθετοι με τις σοσιαλδημοκρατικές και ρεφορμιστικές αντιλήψεις που θέλουν μέλη «μιας χρήσης», μέλη απλώς ψηφοφόρους, μέλη παθητικά.”
Επιπλέον να προστεθεί: «Παύει να είναι μέλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ όποιος δεν συμμετέχει σε καμία δραστηριότητά της αδικαιολόγητα και πάνω από 8μήνες, δεν συνεισφέρει οικονομικά για το ίδιο διάστημα, στρατεύεται και υποστηρίζει άλλον πολιτικό φορέα. Αφαίρεση της ιδιότητας μέλους γίνεται από την συνέλευση της Τοπικής ή Κλαδικής Επιτροπής με ενισχυμένη πλειοψηφία 2/3 επί των παρόντων μελών. Απαιτείται επικύρωση από την ΚΣΕ. Κάθε μέλος έχει δυνατότητα να προσφύγει κατά μιας τέτοιας απόφασης στην ΚΣΕ, και εφόσον το ζητήσει και  στην Συνδιάσκεψη».

8. Στα πλαίσια της συζήτησης της ΚΣΕ έχουν κατατεθεί διαφορετικές προτάσεις οργανωτικού χαρακτήρα Με την απόφαση της αυτή η ΚΣΕ επιχειρεί να διαμορφώσει μια ελάχιστη ενιαία βάση για την καλύτερη ανάπτυξη των διαφορετικών προβληματισμών και προτάσεων και την ώριμη κατάληξή τους στην διαδικασία της Συνδιάσκεψης. Οι προτάσεις αυτές αφορούν σημαντικά ζητήματα όπως:

α) Τον τρόπο εκλογής των αντιπροσώπων για την Συνδιάσκεψη και των  οργάνων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Συγκεκριμένα προτάθηκε η παρακάτω προσθήκη:

«Έχοντας σαν αφετηρία την απόφαση της ΠΣΕ που συγκλήθηκε στις 22/1/12, αμέσως μετά την 1η Συνδιάσκεψη, η οποία αποφάσισε ομόφωνα την διεύρυνση της ΚΣΕ με συμβουλευτική ψήφο των επιλαχόντων υποψηφίων σε αυτήν και επισήμανε την αναγκαιότητα «διερεύνησης μέτρων που θα εξασφαλίσουν την μεγαλύτερη δυνατή και πιο αναλογική αντιπροσώπευση των υποψηφίων στα όργανα, στην πορεία προς την επόμενη Συνδιάσκεψη», προτείνεται να αλλάξει ο τρόπος εκλογής για τους αντιπροσώπους και τα όργανα. Αντί για ενιαία λίστα υποψηφίων και δικαίωμα εκλογής για το 1/4 των εκλέξιμων θέσεων μέσα από μυστική ψηφοφορία, να προχωρήσουμε σε έναν τρόπο εκλογής όπου μπαίνουν ανοιχτά προτάσεις για το σύνολο των εκλεγομένων, ψηφίζονται δημόσια και εκπροσωπούνται ανάλογα με τις ψήφους που πήραν. Ένας τρόπος εκλογής απόλυτα δημοκρατικός, που ενισχύει την προσπάθεια σύνθεσης μέσα από κατάθεση συνολικής πρότασης για τους εκλεγόμενους, που γίνεται ανοιχτά, που εξασφαλίζει ότι καμία άποψη που έχει κατατεθεί δεν αποκλείεται εφόσον έχει ψηφιστεί από 3 τουλάχιστον συντρόφους (που είναι το μέτρο της αντιπροσώπευσης).
Συγκεκριμένα προτείνεται να αλλάξει η παράγραφος 5 της προηγούμενης απόφασης για το οργανωτικό ως εξής:
«Κάθε όργανο εκλέγεται από την αντίστοιχη Συνέλευση των μελών με διαδικασίες απλής αναλογικής ανάμεσα στα προτεινόμενα ψηφοδέλτια. Κάθε 3 μέλη έχουν το δικαίωμα να συγκροτήσουν πρόταση, κάθε μέλος έχει δικαίωμα να ψηφίσει την πρόταση της επιλογής του, η σύνθεση των εκλεγμένων προκύπτει αναλογικά από αυτές τις διαδικασίες.»

β) Σε περίπτωση που το σύστημα εκλογής μείνει ως έχει απαιτούνται μέτρα προς την κατεύθυνση της δημοκρατικότερης και αναλογικότερης εκλογής αντιπροσώπων όπως η μείωση του μέτρου σταυροδοσίας στο 1/6 ή στο 1/5. Το γεγονός ότι η ΚΣΕ, παρά την απόφαση του ΠΣΟ, δεν αποφάσισε έστω και κάποια πρώτα άμεσα βήματα δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για τη δημοκρατική διεξαγωγή της διαδικασίας και κινδύνους αποκλεισμών όπως συνέβη και στην Α’Συνδιάσκεψη.

γ) Τον χαρακτήρα της αυτοκριτικής για την λειτουργία των οργάνων της και ειδικά της ΚΣΕ.
Εκφράστηκε η άποψη πως » Η εικόνα που παρουσιάζεται είναι ετεροβαρής ως προς τη θετική εκδοχή, δεν γίνεται η απαραίτητη αυτοκριτική, ειδικά στον τρόπο με τον οποίο οι συνιστώσες αντιμετώπισαν τη συνολική λειτουργία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Πρέπει να επισημανθεί με σαφήνεια πως  «η ΚΣΕ  λειτούργησε περισσότερο σαν διαπαραταξιακό όργανο, αποσπασμένο από τις ΤΕ, με και έχει την ευθύνη για την πλήρη υποβάθμιση του ΠΣΟ. Παραμένουμε ΑΝΤΑΡΣΥΑ των συνιστωσών και δεν έγιναν τα απαραίτητα βήματα προς την κατεύθυνση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ των μελών, πράγμα που αποτυπώθηκε  στη λογική των βέτο, στην λειψή και ανεπαρκή πολιτική συζήτηση στις τοπικές »

δ) Για την σχέση της Κεντρικής Συντονιστικής Επιτροπής (ΚΣΕ) και του Πανελλαδικού Συντονιστικού Οργάνου (ΠΣΟ). Συγκεκριμένα προτάθηκε:  «Το ΠΣΟ εκλέγεται από τη συνδιάσκεψη και είναι το κυρίαρχο όργανο ανάμεσα σε δύο συνδιασκέψεις, έτσι ώστε να κατοχυρωθεί ως το βασικό πολιτικό νεύρο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως βήμα στην καλύτερη πανελλαδικότητα και στη βαθύτερη δημοκρατία.. Στην 1η συνεδρίασή του εκλέγει την ΚΣΕ»

ε) Για την αναβάθμιση του πολιτικού ρόλου των Τοπικών και Κλαδικών Επιτροπών και τον ρόλο τους ανάμεσα στις Συνδιασκέψεις προτάθηκε το παρακάτω: «Κάθε πολιτικού χαρακτήρα απόφαση των οργάνων συζητείται υπό μορφή εισήγησης από όλες τις επιτροπές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οι οποίες καλούνται να αποφασίσουν επί αυτής. Οι αποφάσεις των επιτροπών με τυχόν αλλαγές, προσθήκες ή αντιρρήσεις καταγράφονται, συγκεντρώνονται και επιστρέφουν στα αντίστοιχα όργανα, όπου και συζητούνται στο σύνολό τους. Κάθε άλλη απόφαση επιτροπής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μεταφέρεται στα όργανα, όπου και συζητείται. Στόχος είναι η αμφίδρομη επικοινωνία και μεταφορά αποφάσεων μεταξύ επιτροπών και οργάνων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ».

στ) Για την ανάπτυξη του αυτοτελούς οργανωτικού ιστού και την περιφερειακή συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προτάθηκε το εξής: « Για την οργανωμένη πολιτική λειτουργία των επιτροπών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ανά την Ελλάδα διεξάγονται ετήσιες Περιφερειακές συνδιασκέψεις την περίοδο ανάμεσα στις Πανελλαδικές συνδιασκέψεις. Περιφερειακές συνδιασκέψεις γίνονται σε κάθε καλλικρατική Περιφέρεια ή μεγάλο πολεοδομικό συγκρότημα όπου δρουν άνω της μίας επιτροπές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Οι Περιφερειακές Συνδιασκέψεις συζητούν στη βάση των πολιτικών αποφάσεων της συνδιάσκεψης και των οργάνων και έχουν αποφασιστικό χαρακτήρα για θέματα που άπτονται του χώρου ευθύνης τους…. Στις τοπικές συνδιασκέψεις συμμετέχουν όλα τα μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην αντίστοιχη περιφέρεια με βάση την αρχή ένα μέλος – μία ψήφος…Από τις περιφερειακές συνδιασκέψεις εκλέγονται και τα αντίστοιχα Τοπικά Συντονιστικά όργανα… Τα Τοπικά Συντονιστικά έχουν στόχο να συντονίζουν και να οργανώνουν τη δράση στη βάση των αποφάσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και των συνδιασκέψεων εκλογής τους. Έχουν αποφασιστικό χαρακτήρα σε θέματα που άπτονται του χώρου ευθύνης τους. Η διαδικασία εκλογής τους από τις αντίστοιχες τοπικές συνδιασκέψεις είναι αντίστοιχη της εκλογής οργάνων από την Πανελλαδική συνδιάσκεψη και από τις Τοπικές και Κλαδικές επιτροπές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.»

Κεντρική Συντονιστική Επιτροπή της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α.

Η αγωνιστική απόφαση των καθηγητών για απεργία στις εξετάσεις που καταγράφηκε στις δεκάδες μαζικές συνελεύσεις, ενώ ήταν ήδη γνωστό το θέμα της επιστράτευσης,  δείχνει ότι εργαζόμενοι οργανωμένα μπορούν να σπάσουν την ηττοπάθεια, να επιλέξουν τη σύγκρουση με στόχο τη νίκη. Μπορούν να αναμετρηθούν με το φόβο, με τον κοινωνικό αυτοματισμό-κανιβαλισμό, μπορούν να αναδείξουν αιτήματα που ενώνουν τους εργαζόμενους. Για αυτό και προκάλεσε τον πόλεμο από το μέτωπο κυβέρνησης, μνημονιακών ΜΜΕ και φασιστικής Χρυσής Αυγής.

Αυτήν την αγωνιστικότητα ακύρωσε η αντιδημοκρατική ενέργεια των συνδικαλιστών ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ στην πλειοψηφία του ΔΣ της ΟΛΜΕ να κλείσουν την απεργία μέσα από πρωτοφανείς μεθοδεύσεις στη γενική συνέλευση των προέδρων των ΕΛΜΕ στις 15 Μάη.

Οι εκπαιδευτικοί έφεραν στο προσκήνιο την ανάγκη νικηφόρων αγώνων, ανέδειξαν το δικαίωμα στην εκπαίδευση, οδήγησαν σε απομόνωση την κυβέρνηση και τις αυταρχικές της επιλογές για επιστράτευση.

Όμως το κύμα συμπαράστασης και αγωνιστικής συμπόρευσης υπονομεύτηκε από την στάση των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ που άδειασαν τους εκπαιδευτικούς και στήριξαν την κυβέρνηση. Είναι πιο αναγκαία από ποτέ η συζήτηση για ένα άλλο, ταξικό εργατικό κίνημα, δημοκρατικό, αγωνιστικό, μακριά από συμβιβασμένες ηγεσίες.

Η απόρριψη της απεργίας από το ΚΚΕ, τα μισόλογα «ναι μεν, αλλά» ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως η σύμπραξή του με τις κυβερνητικές παρατάξεις είναι ξεκάθαρο ότι συνέβαλαν καθοριστικά στην αναδίπλωση. Φάνηκε ότι η αριστερά της υποταγής, η αριστερά που παραπέμπει είτε στην κυβερνητική λύση διαχείρισης του συστήματος είτε στη «λαϊκή εξουσία» οδηγεί σε αδιέξοδο και ήττα το λαό, αφήνει τις κυβερνήσεις του κεφαλαίου να κυριαρχούν. Είναι ανάγκη του σήμερα η πάλη για μία άλλη αριστερά της ανατροπής, που στηρίζει και πιστεύει στους νικηφόρους αγώνες του κόσμου της εργασίας. Σε αυτό το δρόμο η αντικαπιταλιστική Αριστερά στους εκπαιδευτικούς στήριξε μέχρι τέλους τη γραμμή του αγώνα.

Οι χιλιάδες καθηγητές που συμμετείχαν στις συνελεύσεις και υπερψήφισαν το «ναι» στην απεργία κόντρα στην επιστράτευση, αποτελούν τη βάση για την αγωνιστική, ενωτική ανασυγκρότηση του κινήματος και την επιστροφή του με ένα κύμα ακόμα πιο ισχυρό και συνειδητό, το οποίο θα σαρώσει τον κυβερνητικό ολοκληρωτισμό, τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και τις ηττοπαθείς ταλαντεύσεις. Ούτε υποχώρηση, ούτε απαισιοδοξία: βγάζουμε τα συμπεράσματά μας και προχωράμε. Ο αγώνας για τη ζωή, τα δικαιώματα, τις ανάγκες και τις ελευθερίες του λαού και της νεολαίας συνεχίζεται μέχρι τη νίκη!

Η κυβέρνηση της φτώχιας, της πείνας, της εξαθλίωσης, των αυτοκτονιών, των απολύσεων, των περικοπών σε μισθούς, συντάξεις, της διάλυσης του κοινωνικού κράτους, δείχνει για άλλη μια φορά το ακραία αυταρχικό και αντιδραστικό της πρόσωπο. Πέρα από τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, τις ιδιωτικοποιήσεις, την φοροασυλία για το μεγάλο κεφάλαιο και φοροεπιδρομή στα λαϊκά στρώματα, την περιστολή των δημοκρατικών δικαιωμάτων και όξυνση της κρατικής βίας, στο στόχαστρο στης ακραία νεοφιλελεύθερης ατζέντας είναι και οι Ρομά.

            Με το πρόσχημα ότι πρόκειται για ιδιωτική περιοχή η οποία πρέπει να παραδοθεί στον ιδιοκτήτη της (αλήθεια, από το 1971 που υπάρχει ο οικισμός, τώρα το θυμήθηκαν;), η κυβέρνηση θέλει να πετάξει στον δρόμο 300 ανθρώπους, οι οποίοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στον οικισμό αυτόν και είναι το μόνο σπίτι τους. Παράλληλα, κοροϊδεύουν τον κόσμο ότι υπάρχει οργανωμένο σχέδιο μεταστέγασης, αφού το μόνο που κάνουν είναι να προτείνουν γενικά και αόριστα περιοχές (αρχικά Λυκόβρυση και τώρα μια παρακείμενη έκταση στην ίδια γειτονιά (Νομισματοκοπείο), η οποία μάλιστα έχει χαρακτηριστεί κοινόχρηστος χώρος πρασίνου), χωρίς καμία ουσιαστική μέριμνα για την πραγματική επίλυση του στεγαστικού προβλήματος των ανθρώπων αυτών.

            Η πραγματικότητα είναι ότι θέλουν να τους πετάξουν έξω από τον οικισμό τους για να παραχωρήσουν το οικόπεδο, που πλέον είναι «φιλέτο» γιατί είναι πολύ κοντά στο μετρό «Νομισματοκοπείο», στον ιδιώτη για «αξιοποίηση», δηλαδή για γιγάντια Mall, parking και λοιπά εξαμβλώματα, χωρίς να τους νοιάζει ούτε στο ελάχιστο το τι θα απογίνουν στη συνέχεια. Το πολύ-πολύ να καταλήξουν και αυτοί, μετά τους μετανάστες, τους ναρκομανείς, τους άστεγους, σε κανένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, μιας που αποτελούν «πρόβλημα» και «απειλή» για την «κοινωνική συνοχή».

            Η ιστορία αυτή δεν είναι καινούρια. Σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο, οι πολιτικές του επίσημου κράτους απέναντι στους τσιγγάνους ήταν πολιτικές ρατσιστικές, πολιτικές περιθωριοποίησης και κοινωνικού αποκλεισμού. Ήταν λοιπόν λογική συνέχεια, στην εποχή των μνημονίων, που η πολιτική της κυβέρνησης γίνεται πιο ακραία, πιο αντιλαϊκή, πιο αυταρχική, πιο βίαιη σε όλα τα επίπεδα, ανάλογη εξέλιξη να έχει και στο επίπεδο της αντιμετώπισης των Ρομά.

Στο κάτω – κάτω, δεν υπάρχουν λεφτά για υγεία, παιδεία, κοινωνική πρόνοια, υποδομές, λεφτά για τη στέγαση και κοινωνική μέριμνα των Ρομά θα υπήρχαν; Αντίθετα, λεφτά για τράπεζες, πολυεθνικές, «κίνητρα για επενδύσεις», δόσεις δανείων, τοκοχρεολύσια, βεβαίως και υπάρχουν. Κι ευτυχώς να λέμε, γιατί αλλιώς θα βγαίναμε κι απ’ το ευρώ και δε θα είχαμε πετρέλαιο να ανάψουμε καλοριφέρ τον χειμώνα! Τώρα όμως είχαμε, η αιθαλομίχλη μάλλον ήρθε από το υπερπέραν!

Η Τοπική Επιτροπή Αντ.Αρ.Συ.Α Αγ. Παρασκευής – Χολαργού – Παπάγου, δηλώνει κατηγορηματικά την αντίθεσή της στο γκρέμισμα του οικισμού των Ρομά στο Χαλάνδρι και καλεί όλους να βρίσκονται την Τρίτη, 14 Μαΐου, στις 7:30 π.μ. στην είσοδο του οικισμού (οδός Σαρανταπόρου και Ίριδας, Χαλάνδρι) για να εμποδίσουμε την κατεδάφιση. Δεν είναι αγώνας μόνο των Ρομά. Είναι ζήτημα όλου του εργαζόμενου λαού, των ανέργων, των συνταξιούχων, των νεολαίων, των μεταναστών και μόνο οι κοινοί, μαζικοί και ανυποχώρητοι αγώνες όλων αυτών είναι ικανοί να ανατρέψουν τις βάρβαρες πολιτικές τους.

ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ – ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ:

  • Απόσυρση κάθε σχεδίου κατεδάφισης του οικισμού των Ρομά και παραχώρησης της έκτασης στον ιδιώτη
  • Ουσιαστική επίλυση του στεγαστικού προβλήματος των Ρομά με ανθρώπινες κατοικίες (και όχι παράγκες και τσαντίρια) και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και υγιεινής (ρεύμα, ύδρευση, αποχετευτικό δίκτυο κλπ).

 

Τ.Ε. ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α.  Αγ. Παρασκευής – Χολαργού – Παπάγου 

ΜΕΡΙΚΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ ΔΕΝ ΑΝΑΚΥΚΛΩΝΟΝΤΑΙ

Η επίθεση της Κυβέρνησης στα δικαιώματα και τις κατακτήσεις των εργαζομένων και του λαού κλιμακώνεται. Στο στόχαστρο μπήκε τώρα η δευτεροβάθμια εκπαίδευση, οι μαθητές και οι καθηγητές. Στα πλαίσια της δημοσιονομικής πολιτικής της μείωσης στο ελάχιστο του κόστους των κοινωνικών κατακτήσεων στην Παιδεία και στην Υγεία, ψηφίζει νόμους για τον περιορισμό των αναγκών σε εκπαιδευτικούς.

Μετά την κατάργηση εκατοντάδων σχολείων σε όλη τη χώρα, την αύξηση των μαθητών ανά τμήμα, τη διακοπή διορισμών εκπαιδευτικών, μόνιμων και αναπληρωτών, την απόλυση ουσιαστικά 10.000 αναπληρωτών από την επόμενη σχολική χρονιά, προχωράει στην θέσπιση της αναγκαστικής μετάθεσης τους και στην αύξηση του διδακτικού ωραρίου τους με στόχο τη δημιουργία υπεράριθμων, ώστε να προχωρήσει σε επόμενη φάση σε απολύσεις.

Παράλληλα ετοιμάζει τους νέους νόμους για το Γενικό και το Τεχνολογικό Λύκειο με στόχο να τα μετατρέψει σε επιχειρήσεις, όπου η γνώση θα αντικατασταθεί από τις πληροφορίες, οι μαθητές σε πελάτες (που γιατί όχι θα πρέπει να πληρώνουν σε λίγα χρόνια για τις παρεχόμενες υπηρεσίες) και οι διευθυντές των σχολείων σε managers. Συγχρόνως διαλύει τις εργασιακές σχέσεις στην εκπαίδευση και εξαθλιώνει τους εκπαιδευτικούς, με την υποχρέωση να εργάζονται σε απομακρυσμένες περιοχές με δυσανάλογο με το μισθό τους κόστος.

Οι καθηγητές μπροστά σε αυτή την επίθεση αποφασίζουν να δώσουν έναν σκληρό αγώνα επιβίωσης των ίδιων και της δημόσιας εκπαίδευσης. Σηκώνουν το γάντι που τους ρίχνει η τρικομματική Κυβέρνηση στην πιο δύσκολη περίοδο για αυτούς, τις Πανελλαδικές εξετάσεις.

Η απεργία των καθηγητών είναι απεργία για τη δημόσια παιδεία, είναι απεργία για το δικαίωμα των παιδιών στη μόρφωση, είναι απεργία για το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και την ελπίδα. Συμβάλλουν συνολικά στον αγώνα του λαού για την απόκρουση και ανατροπή του κοινωνικού σφαγείου κυβέρνησης – ΕΕ – ΔΝΤ. Αποτελεί μεγάλο λάθος της ηγεσίας του ΚΚΕ η εναντίωση στην απόφαση για σκληρό απεργιακό αγώνα, στο όνομα της μη διατάραξης των πανελλαδικών εξετάσεων. Η Αριστερά πρέπει να στηρίζει και όχι να αποφεύγει τους αγώνες.

Ο αγώνας των καθηγητών μπορεί να είναι νικηφόρος εάν στηριχθεί στη μαζική τους συμμετοχή, στις συνελεύσεις, στις διαδηλώσεις, στις απεργιακές επιτροπές, παντού! Ενωμένοι οι αγωνιζόμενοι εκπαιδευτικοί από τα κάτω, υπερβαίνοντας τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, με την έμπρακτη στήριξη των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας, μπορούν να ανατρέψουν την κυβερνητική πολιτική.
Η κυβέρνηση τολμά να κατηγορήσει τους καθηγητές για παιχνίδι με τον κόπο και την αγωνία των μαθητών. Έχοντας δημιουργήσει ένα σχολείο-εξεταστικό κάτεργο, την ίδια στιγμή που οι θέσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση περικόπτονται και η ανεργία στους νέους εκτινάσσεται στο 64% η κυβέρνηση δεν δικαιούται να μιλά για την αγωνία της νεολαίας και των οικογενειών τους.

Οι καθηγητές και καθηγήτριες απεργούν για όλους μας και γι’ αυτό όλες και όλοι μας είμαστε στο πλευρό τους. Η κυβέρνηση είναι γελασμένη εάν πιστεύει ότι μπορεί να ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά του κοινωνικού αυτοματισμού και καλά θα κάνει να ξεχάσει κάθε σκέψη για επιστράτευση γιατί θα πέσει στο κενό.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στηρίζει και συμπαραστέκεται στον δίκαιο αγώνα των εκπαιδευτικών. Θα βρεθεί μαζί τους καλώντας όλους τους εργαζόμενους και τη νεολαία στο δρόμο για να υπερασπιστούμε το δικαίωμα στην εκπαίδευση, την εργασία και τη ζωή αλλά και το δικαίωμα να παλεύουμε για όλα αυτά.

Η μάχη ξεκίνησε. Να πάρουμε όλοι θέση.

Το επικοινωνιακό επιτελείο της τρικομματικής χούντας συνεχίζει την προσπάθεια να μετατρέψει τη σκληρή, μνημονιακή καθημερινότητα σε υπερβατική πραγματικότητα για τους εργαζόμενους που αγκομαχούν. Μέσα σε μια μέρα, δύο υπουργοί της διαπίστωσαν ότι «οι προσλήψεις είναι περισσότερες από τις απολύσεις» και ότι «οι αποπληρωμές του δημοσίου είναι στο 1% του ΑΕΠ». Η τόση πρεμούρα τους όμως δεν μπορεί να κρύψει ότι η ανεργία παραμένει στο 27% και πάνω. Δεν μπορεί να κρύψει ότι όσοι προσλαμβάνονται πληρώνονται με μισθούς πείνας, χάρη στην «υπεύθυνη πολιτική» της κυβέρνησης. Ότι οι εργαζόμενοι εκβιάζονται με τις «θέσεις εργασίας», πέντε, οκτώ και δώδεκα μηνών, τις οποίες ήδη το καθετοποιημένο μνημονιακό κυβερνητικό σχήμα έχει ξεκινήσει να διαχειρίζεται ως όπλο ενόψει εκλογικών αναμετρήσεων για ρουσφέτια και διορισμούς. Ότι σε πέντε μόλις μέρες, λήγουν οριστικά οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας και οι μισθοί θα μειωθούν και πάλι, μόλις λίγες μέρες μετά τις ψευδείς διαβεβαιώσεις τους ότι «δεν υπάρχουν άλλα μέτρα». Ότι ο μόνος που βλέπει «ανάκαμψη» είναι το ΔΝΤ, που εξ αρχής ούτως ή άλλως αγνόησε τις ανθρώπινες ζωές και έσπευσε μόνο για την εξασφάλιση της κερδοφορίας του κεφαλαίου, με κάθε κόστος.

Οι «ομάδες αλήθειας» της κυβέρνησης έχουν περάσει σε άλλο επίπεδο πλέον και προσπαθούν, κόντρα σε κάθε νόμο της λογικής, να πείσουν το λαό ότι περνάει καλά, αλλά επειδή πάσχει δήθεν από αρνητισμό, δεν το καταλαβαίνει.  Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι καμία κανονικότητα, καμία «ευθύνη», καμία δουλική καρτερικότητα δεν θα μας σώσει από τα δόντια τους. Κανένας δεν θα «φαγωθεί λιγότερο» αν παραμείνει με το χέρι τεντωμένο για την ελεημοσύνη τους, κανείς δεν θα γλυτώσει αν δεν αγωνιστεί για την ανατροπή τους.